άσταχυς

ἄσταχυς, ο (Α)
1. το στάχι
2. είδος επιδέσμου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- (προθεματικό) + στάχυς, ενώ κατ' άλλη άποψη, το α- πιθ. να προήλθε με αποκοπή της προθέσεως ανά].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄσταχυς — ear of corn masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστάχυς — ἀστάχῡς , ἄσταχυς ear of corn masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταχύεσι — ἄσταχυς ear of corn masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταχύεσιν — ἄσταχυς ear of corn masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταχύεσσι — ἄσταχυς ear of corn masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταχύεσσιν — ἄσταχυς ear of corn masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταχύων — ἄσταχυς ear of corn masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστάχυας — ἄσταχυς ear of corn masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστάχυες — ἄσταχυς ear of corn masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστάχυος — ἄσταχυς ear of corn masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.